Browse By

Η σπουδαία ελληνίδα υψίφωνος Τζούλια Σουγλάκου στον “Λόενγκριν” της ΕΛΣ – ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

By on Post Modern

SOUGL-1

Για τους καλούς γνώστες της κλασικής μουσικής υπάρχουν οι λυρικοί καλλιτέχνες που τραγουδούν όπερα και εκείνοι που τραγουδούν Βάγκνερ. Βλέπετε, οι όπερες του μεγαλοφυούς συνθέτη απαιτούν μεγάλη έκταση και ένταση φωνής και κυρίως δουλειά, πάρα πολύ δουλειά, για να αποδοθούν με τις υψηλότατες προδιαγραφές που είχε θέσει ο ίδιος για όσους δοκιμάζονται στα έργα του. Σε λίγες ημέρες, και μετά από μισό αιώνα από την τελευταία φορά που ανέβηκε στην Εθνική Λυρική Σκηνή ο «Λόενγκριν», θα έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε την αριστουργηματική όπερα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών σε μουσική διεύθυνση Μύρωνα Μιχαηλίδη και σκηνοθεσία Άντονυ ΜακΝτόναλντ. Τον ρόλο της Όρτρουντ, του προσώπου που κινεί τα νήματα στην πλοκή του έργου, θα ερμηνεύσει η σπουδαία ελληνίδα υψίφωνος Τζούλια Σουγλάκου, που είχε την καλοσύνη να μιλήσει στο postmodern σε ένα διάλλειμα από τις εξαντλητικές πρόβες, για τον ρόλο της, την «ωραιότερη δουλειά στον κόσμο» αλλά και τη δύσκολη εποχή που περνά η Ελλάδα.

συνέντευξη στον Δημήτρη Καλαντζή.

Τόπος της συνάντησής μας είναι το φουαγιέ της αίθουσας Τριάντη. Στο τραπεζάκι αχνίζουν δύο φλιτζάνια τσάι και το μαγνητοφωνάκι μπαίνει αμέσως σε λειτουργία για να καταγράψει τις κουβέντες μίας μεγάλης λυρικής καλλιτέχνιδος, ενός ευγενέστατου ανθρώπου, μίας αισιόδοξης γυναίκας.

«Η αισιοδοξία είναι η μόνη μας επιλογή», λέει όταν τη ρωτάω για την κατήφεια που περνά η χώρα από την παρατεταμένη οικονομική κρίση. «Είναι λογικό να αισθανόμαστε θυμωμένοι, ίσως αδικημένοι, κάποιοι ακόμα και απελπισμένοι, αλλά πρέπει να δούμε αυτήν την περίοδο ως μία φάση της συνολικής πορείας. Από την κρίση κάτι νέο θα γεννηθεί. Μπορεί ήδη να έχει γεννηθεί και να μην το βλέπουμε. Ίσως να γεννηθεί αργότερα, όταν εμείς θα έχουμε φύγει από τη ζωή, αλλά, αν κοιτάξεις πίσω στην Ιστορία της ανθρωπότητας, πάντα υπήρχαν οι καμπύλες της παρακμής και της ακμής, πάντα η αλυσίδα της ζωής φρόντιζε για ένα καλύτερο μέλλον, μία πρόοδο που άλλαζε τις ζωές των ανθρώπων. Είναι σαν τα δέντρα που το χειμώνα τα βλέπεις γυμνά – θαρρείς κι έχουν πεθάνει – αλλά έρχεται η Άνοιξη και βγάζουν καταπράσινα φύλλα, ζωντανεύουν και θεριεύουν. Γίνονται ίσως μεγαλύτερα από τον περασμένο χρόνο… Έτσι αντιλαμβάνομαι τις δυσκολίες. Ως μία μεταβατική φάση που θα δημιουργήσει κάτι νέο και καλύτερο…».

IMG_6279
Λόενγκριν από την Εθνική Λυρική Σκηνή στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Η Τζούλια Σουγλάκου γεννήθηκε στο Γύθειο σε μία οικογένεια που αγαπούσε τη μουσική. Ο πατέρας της έπαιζε ερασιτεχνικά κιθάρα και όλοι στο σπίτι τραγουδούσαν. Η ίδια θυμάται τον εαυτό της να τραγουδά από μικρό παιδί κι όταν άρχισε τα μαθήματα ακορντεόν, μαγεύτηκε από τις παρτιτούρες του δασκάλου της, μία μετασκευή της Τραβιάτας για το μουσικό της όργανό.

«Έδινα εξετάσεις για την κοινωνιολογία στην Πάντειο αλλά το μυαλό μου ήταν σε εκείνες τις παρτιτούρες. Ήθελα να μάθω τα πάντα για την Τραβιάτα και τον Βέρντι. Η μουσική αυτή στριφογύριζε στο μυαλό μου, έμοιαζε τόσο ζωντανή και ξεχωριστή, κι ας είχε γραφτεί δεκάδες χρόνια πριν…»

Οι γονείς της δεν έφεραν αντίρρηση στην απόφασή της να σπουδάσει τραγούδι αρκεί να ήταν το πιο σπουδαίο είδος του, το λυρικό τραγούδι, η όπερα. Τελείωσε το Εθνικό Ωδείο, πήρε υποτροφία για την Αγγλία και με την επιστροφή της ξεκίνησε να εργάζεται: Μέγαρο Μουσικής, Λυρική, συναυλίες… Από το 1993 δεν έμεινε ποτέ χωρίς δουλειά κι αυτός ήταν ο λόγος που δεν επεδίωξε καριέρα στο εξωτερικό.

«Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου μπήκα στη διαδικασία να πάω στη Γερμανία, να αλλάξω πόλεις, να βρίσκω ατζέντη, να πηγαίνω σε θέατρα για ακροάσεις αλλά δεν μπορούσα να το υποστηρίξω. Θαυμάζω τους ανθρώπους που ζούσαν και ζουν σε ένα καθεστώς διαρκούς αναζήτησης αλλά εγώ δεν είμαι φτιαγμένη για κάτι τέτοιο. Έπειτα οι συνθήκες στην Ελλάδα ήταν τέτοιες που είχα πάντα πάρα πολλή δουλειά κι ένιωθα θαυμάσια να είμαι στο σπίτι μου, στη γλώσσα μου, στη μήτρα που με γέννησε και ταυτόχρονα να δουλεύω στην ωραιότερη δουλειά του κόσμου».

  • Μιλήστε μου για αυτήν την «ωραιότερη δουλειά του κόσμου».

Θα σας πω απλοϊκά ότι είμαι ευτυχισμένη πάνω στη σκηνή του θεάτρου. Είμαι ευτυχισμένη να τραγουδάω όπερα με την ορχήστρα να παίζει εκπληκτική μουσική. Πάνω στη σκηνή βρίσκω την ισορροπία μου ως άνθρωπος. Εκεί καταλαβαίνω, εκεί συνειδητοποιώ, εκεί δίνω κι εκεί εισπράττω. Όσο εκτίθεμαι στο κοινό, άλλο τόσο καλύπτομαι.

  • Μου κάνει εντύπωση αυτό που λέτε. Νομίζω ότι δεν υπάρχει πιο «εκτεθειμένος» καλλιτέχνης από τον λυρικό τραγουδιστή. Δεν έχει στη διάθεσή του μικρόφωνα, δεν υπάρχει καμία τεχνολογία να τον υποβοηθήσει, δεν επιτρέπεται να αυτοσχεδιάσει… Είναι απόλυτα μόνος του στη σκηνή.       

Ναι, είναι η απόλυτη έκθεση, όπως το λέτε, αλλά ανεβαίνεις στη σκηνή τόσο προετοιμασμένος, με τέτοια συγκέντρωση σε αυτό που πρόκειται να αποδώσεις, που δεν έχεις την πολυτέλεια να φοβηθείς. Το γεγονός ότι πρέπει να είσαι όσο πιο σωστός γίνεται σε αυτό που κάνεις, σου δίνει τεράστια δύναμη. Ο εαυτός σου και η προετοιμασία που έχεις κάνει, λειτουργεί ως ασπίδα όταν ξεκινάς να παρουσιάσεις αυτό που κατέχεις.

  • Δώστε μου μία εικόνα της προετοιμασίας που χρειάζεται για να παρουσιαστεί μία τόσο απαιτητική όπερα, όπως ο Λόενγκριν.

Ξεκινάμε μήνες πριν. Αρχίζουμε με το διάβασμα του κειμένου. Τι λέει και γιατί το λέει. Προσωπικά ανατρέχω στη φιλολογική γραμματεία για να βρω στοιχεία για την εποχή που γράφτηκε κάθε έργο και τους λόγους που γράφτηκε. Ψάχνω να βρω τις πηγές του μύθου. Από πού εμπνεύστηκε ο Βάγκνερ; Τα στοιχεία αυτά σχηματίζουν τον μεγάλο καμβά πάνω στον οποίο αρχίζω να “κεντώ”, αν μου επιτρέπεται να δώσω απλοϊκά μία εικόνα. Στη συνέχεια θα ασκηθώ εξαντλητικά στη γλώσσα που πρόκειται να τραγουδήσω. Και μετά αρχίζει η επίμονη εργασία να μάθω νότα με νότα τον ρόλο και το έργο. Πριν αρχίσω τις πρόβες με τον πιανίστα, έχω αποστηθίσει στο μυαλό μου χιλιάδες νότες. Στη συνέχεια έρχεται η σύνθεση με τους άλλους τραγουδιστές υπό τον μαέστρο και μετά η καθοδήγηση από τον σκηνοθέτη.

  • Τα τελευταία χρόνια παρατηρώ ότι δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο υποκριτικό μέρος της όπερας σε αντίθεση με παλαιότερες εποχές όπου οι τραγουδιστές έκαναν ελάχιστες κινήσεις πάνω στην σκηνή.

Υπήρξε μία περίοδος όπου ο τραγουδιστής της όπερας ήταν το μεγάλο αστέρι μαζί με τον μαέστρο. Αρκούσε να σταθεί στη σκηνή και να πει την άρια για να αποθεωθεί. Πλέον ο σκηνοθέτης παίζει μεγάλο ρόλο στην ανάπτυξη του θεάματος, είτε πρόκειται για κωμική ή τραγική όπερα. Η παρουσίαση της όπερας οφείλει να είναι άρτια μουσικά, εικαστικά και παραστατικά.

IMG_5741
Λόενγκριν από την Εθνική Λυρική Σκηνή στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
  • Στην Ελλάδα δεν παρουσιάζονται συχνά όπερες του Βάγκνερ. Είναι λόγω των υψηλών τους απαιτήσεων ή της αγάπης μας για την ιταλική όπερα;

Και τα δύο ισχύουν. Η αλήθεια είναι ότι η ιταλική όπερα είναι πιο κοντά στα ακούσματά μας. Άλλωστε η ελληνική όπερα που αναπτύχθηκε στα Επτάνησα ήταν επηρεασμένη εμφανώς από την ιταλική όπερα. Αλλά και ο Λόενγκριν είναι μία θαυμάσια, ρομαντική την λένε, όπερα, από τα ωραιότερα έργα του Βάγκνερ.

  • Έχει έντονα τα στοιχεία του λαϊκού μεσαιωνικού παραμυθιού.

Ο μύθος προέρχεται από τους τροβαδούρους και τους μενεστρέλους που τραγουδούσαν πριν τον μεσαίωνα για ιππότες, πριγκίπισσες και δισκοπότηρα. Έχει πολύ ενδιαφέρον η αλληλογραφία του Βάγκενρ με τον Λίστ, όπου του εξηγεί το πώς πήρε τον «στεγνό» μύθο του Λόενγκριν και τον μετέτρεψε σε ένα θαυμάσιο ποιητικό κείμενο.

  • Ο δικός σας ρόλος είναι της «κακιάς μάγισσας» Όρτρουντ…

Θα μου επιτρέψετε να σας διορθώσω. Δεν είναι «κακιά μάγισσα». Ο ίδιος ο Βάγκνερ έχει γράψει ότι η Όρτρουντ δεν είναι ούτε κακεντρεχής ούτε θυμωμένη. Δεν είναι τίποτα το μέτριο. Εκείνο που τη χαρακτηρίζει είναι μία «τρομακτική μεγαλοπρέπεια». Η Όρτρουντ πείθει τον άντρα της να διεκδικήσει το θρόνο γιατί θεωρεί ότι της ανήκει. Θεωρεί αυτονόητο, ως απόγονος της πριγκιπικής γενιάς που βγάζει βασιλείς, να διεκδικήσει τη μοίρα της γενιάς της. Στη μεγάλη άρια δεν επικαλείται το κακό αλλά τον Δία και τη Μοίρα, τους παλαιούς θεούς. Τους βεβηλωμένους θεούς από τον χριστιανισμό που έχει έρθει πια στο προσκήνιο. Η Όρτρουντ εκπροσωπεί την παλαιά τάξη πραγμάτων που αντιστέκεται στο σάρωμα από το καινούργιο. Δίνει μάχη με το όπλο που κατέχει, τη «βαθύτερη των τεχνών», τη μαγεία. Επικαλείται τον θεό της, διατάσσοντάς τον να τη «δυναμώσει μπροστά στη μανία των αποστατών». Κατά κάποιον τρόπο, είναι μία συνεπέστατη ηρωίδα η Όρτρουντ. Δεν έχει να κάνει με κακία και καλοσύνη. Πιστεύει σε έναν κόσμο άλλων αξιών: της δύναμης, της εξουσίας και της επιβολής μπροστά σε έναν νέο κόσμο που έρχεται και προτάσσει την αγάπη, το μεταφυσικό, την προσευχή, το «θέλω και μπορώ». Αυτή είναι η τρομακτική της μεγαλοπρέπεια. Στο τέλος ο Βάγκνερ την αφήνει να παραληρεί. Και σε αυτό το σημείο έχει κάνει μία καταπληκτική ανατροπή ο σκηνοθέτη μας αλλά δεν θα σας την αποκαλύψω.

  • Από αυτά που μου λέτε, καταλαβαίνω πόσο έχετε μελετήσει τον ρόλο σας…

Μα δεν γίνεται αλλιώς. Πρέπει να κατανοήσεις και να αγαπήσεις την ηρωίδα σου για να την αποδώσεις σωστά. Και εγώ τη λάτρεψα την Όρτρουντ.

  • Τι συνέβη κυρία Σουγκλάκου και αγαπήσαμε μαζικά την όπερα τα τελευταία χρόνια; Δεν θυμάμαι παλαιότερα τόσες sold out παραστάσεις…

Έγινε καλός προγραμματισμός. Η Λυρική έγινε εξωστρεφής. Βγήκε από τις πόρτες του θεάτρου και συναντήθηκε με το κοινό. Ήταν αποτέλεσμα της δουλειάς του απερχόμενου διευθυντή, του κύριου Μιχαηλίδη, και νομίζω ότι και ο νέος, ο κύριος Κουμεντάκης, θα κινηθεί σε αυτά τα πλαίσια. Η «όπερα της βαλίτσας» για παράδειγμα, ήταν ένας εξαιρετικός τρόπος για να προσεγγίσουμε το κοινό και να το κάνουμε να έρθει στην όπερα.

  • Αλήθεια, σας ενοχλεί να έρχεται κόσμος στην όπερα με τζιν και αθλητικά παπούτσια;

Ούτε για αστείο να το λέτε. Δεν υπάρχουν χυδαία παπούτσια, ούτε χυδαίο ντύσιμο. Υπάρχουν χυδαίοι άνθρωποι. Δεν υπάρχει λάθος ντύσιμο, υπάρχει λάθος συμπεριφορά. Δεν ζούμε στην εποχή που ο βασιλιάς και η αυλή του έρχονταν στην όπερα με ακριβά κοσμήματα και κρινολίνα… Ούτε επειδή είναι μαρμάρινα τα δάπεδα, σημαίνει ότι πρέπει να τα πατάς με ξυλοτάκουνα από μαόνι… Ασφαλώς όχι. Ξαναλέω, δεν υπάρχει λάθος ένδυση, υπάρχει λανθασμένη συμπεριφορά.

  • Μια που λέτε για «λανθασμένη συμπεριφορά», ακούω πολλές φορές σε παραστάσεις – και μάλιστα στα πιο φίνα σημεία τους – κάποιους να καθαρίζουν το λαιμό τους με δυνατό βήχα, λες και είναι δύσκολο να βάλουν ένα μαντηλάκι μπροστά στο στόμα τους, να «πνίξουν» τον ήχο…

(γελά) Είναι ανθρώπινο να χρειαστεί κάποιος να βήξει, αλλά είναι αλήθεια ότι με ένα μαντηλάκι μπροστά στο στόμα, ο θόρυβος μειώνεται στο ένα δέκατο.

  • Πείτε μου, γιατί πιστεύετε ότι αγαπάμε έργα που γράφτηκαν πριν από 150 και 200 χρόνια; Δεν υπάρχει ταλέντο στις μέρες μας; Ή το ταλέντο που υπάρχει δεν βρίσκει το δρόμο του προς τη σκηνή;  

Ο πολιτισμός είναι μία αλυσίδα. Κάθε τι καινούργιο «πατά» σε κάτι παλαιότερο. Η Φόνισσα, για παράδειγμα του Κουμεντάκη – ένα πάρα πολύ σημαντικό σύγχρονο έργο – είναι αποτέλεσμα της δημιουργικής αλυσίδας της όπερας. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τον Βάγκνερ και ο Βάγκνερ δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την παράδοση των τροβαδούρων. Όλα είναι αλυσίδα. Σήμερα υπάρχουν πάρα πολλοί νέοι Έλληνες συνθέτες με καταπληκτικά έργα που πρέπει να φτάσουν στο κοινό και είμαι σίγουρη ότι ο κύριος Κουμεντάκης θα τους δώσει τον χώρο στη νέα στέγη της Λυρικής. Οι άνθρωποι ακούμε τη μουσική του 19ου αιώνα, όπως ακούμε τη μουσική του 20ου αιώνα, όπως θα ακούμε και τη μουσική του 25ου αιώνα γιατί όλα είναι μία συνέχεια. Η ομορφιά, η αλήθεια, οι μεγάλες αξίες του ανθρωπίνου πνεύματος είναι τα συστατικά που κάνουν τα έργα διαχρονικά και αθάνατα. Άλλωστε τι άλλο είναι η σπουδαία τέχνη παρά ένα μέσο για να απελευθερωθεί η ψυχή μας από τους καταναγκασμούς και τις δεσμεύσεις και να πλημμυρίσει από γοητευτικά και αληθινά συναισθήματα;

IMG_4754
Λόενγκριν από την Εθνική Λυρική Σκηνή στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Ρίχαρντ Βάγκνερ “Λόενγκριν”

27, 29 Ιανουαρίου & 1, 3, 5 Φεβρουαρίου 2017

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών – Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη

Νέα παραγωγή, προερχόμενη από την Εθνική Όπερα της Ουαλίας και το Θέατρο Βιέλκι –  Εθνική Όπερα Πολωνίας

Ώρα έναρξης: 18.30

Μουσική διεύθυνση: Μύρων Μιχαηλίδης

Σκηνοθεσία-σκηνικά-κοστούμια: Άντονυ ΜακΝτόναλντ

Φωτισμοί: Λούσυ Κάρτερ

Κινησιολογία: Φιλίπ Ζιρωντώ

Συνεργάτις Σκηνοθεσίας: Έλεν Κούπερ

Συνεργάτις Κινησιολογίας: Λίζη Σώντερσον

Συνεργάτης Φωτισμών: Νηλ Μπρίνκουορθ

Διεύθυνση χορωδίας: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος

Βασιλιάς: Τάσος Αποστόλου (27/1 & 1, 5/2) – Πέτρος Μαγουλάς (29/1, 3/2)

Λόενγκριν: Πήτερ Ουέντ (27, 29/1 & 1, 3, 5/2)

Έλζα: Γιολάνα Φογκάσοβα (27/1 & 1, 5/2) – Γιούλια Ισάεφ (29/1, 3/2)

Τέλραμουντ: Δημήτρης Πλατανιάς (27/1 & 1, 3, 5/2) – Βαλεντίν Βασίλιου (29/1)

Όρτρουντ: Μαρτίνα Ντίκε (27/1, 1/2) – Τζούλια Σουγλάκου (29/1 & 3, 5/2)

Κήρυκας: Διονύσης Σούρμπης (27/1 & 1, 5/2) – Δημήτρης Κασιούμης (29/1, 3/2)

Τέσσερις ευγενείς: Μανώλης Λορέντζος (27, 29/1 & 1, 3, 5/2) – Παναγιώτης Πρίφτης (27/1 & 1, 5/2) – Βασίλης Κωτσικογιάννης (29/1, 3/2) – Αναστάσιος Λαζάρου (27, 29/1 & 1, 3, 5/2) – Θεόδωρος Μωραΐτης (27, 29/1 & 1, 3, 5/2)

Τέσσερις νεαροί ευγενείς: Τριανταφυλλιά Γεωργιάδου (27/1 & 1, 5/2) – Ελένη Κουτσούμπη  (27/1 & 1, 5/2) – Φωτεινή Χατζιδάκη (29/1, 3/2) – Θέη Σταύρου (29/1, 3/2) – Μπαρούνκα Πράισινγκερ (27/1 & 1, 5/2) – Βάσω Πετρόγιαννη (27/1 & 1, 5/2) – Ελένη Σωτηρίου (29/1, 3/2) – Αναστασία Χριστοφιλάκη (29/1, 3/2)

Με την Ορχήστρα και τη Χορωδία της ΕΛΣ

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

22€, 40€, 60€, 80€ / Παιδικό & φοιτητικό 15€

ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ:

Ταμεία Θεάτρου Ολύμπια – Ακαδημίας 59-61, Αθήνα

Ώρες λειτουργίας: Τρίτη – Κυριακή: 09.00-21.00 & Δευτέρα: 09.00-16.00 Τηλ.: 210 3662 100

Ταμεία Μεγάρου Μουσικής Αθηνών – Βασ. Σοφίας & Κόκκαλη

Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα-Παρασκευή: 10.00-18.00 & Σάββατο 10.00-14.00

και κατά τις ημέρες των παραστάσεων: Δευτέρα-Παρασκευή: 10.00-20.30

Σάββατο 10.00-14.00 & 18.00-20.30 / Κυριακή 18.00-20.30  &

Εκδοτήρια Μεγάρου Μουσικής Αθηνών – Ομήρου 8

Δευτέρα-Παρασκευή: 10.00-16.00 Τηλ.: 210 7282333

Ηλεκτρονική προπώληση: www.nationalopera.gr, www.megaron.gr

Please follow and like us: