Browse By

Βικτόρια Χίσλοπ: Είναι αδύνατον ο έρωτας να είναι ανώδυνος

By on Post Modern

hislop

συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου

Η Βικτόρια Χίσλοπ δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Μετά το συγκινητικό Νησί της, καταχωρήθηκε μέσα μας σαν «δική» μας, σαν μια Αγγλίδα με τσαγανό  που μάλιστα συχνά μοιάζει να νοιάζεται για τη γλυκιά μας στραπατσαρισμένη πατρίδα περισσότερο από πολλούς εξ ημών… Εκ του σύνεγγυς τώρα, η Βρετανίδα συγγραφέας με το έντονο βλέμμα και τις μεγάλες  πωλήσεις στην Αγγλία (αφίσες του Καρτ Ποστάλ της φιγουράρουν στο μετρό του Λονδίνου), σε κερδίζει με την πρώτη συνάντηση γιατί διαθέτει μεν τη στόφα της σταρ, αλλά και έχει και μια αμεσότητα αφοπλιστική.

  • «Για ποιόν γράφει ποτέ κανείς;», αναρωτήθηκε ο πρωταγωνιστής σας,  ο Άντονι, για να συμπληρώσει: στον εαυτό μου έλεγα ότι έγραφα για εκείνην, σε τελική ανάλυση νομίζω όμως πως ό,τι γράφουμε, το γράφουμε για τον εαυτό μας…». Εσείς κυρία Χίσλοπ, όταν αρχίζετε μια νέα ιστορία έχετε κάποιον που φανερά ή κρυφά το αφιερώνετε;

Στις Καρτ ποστάλ εξερευνώ κι εγώ η ίδια τη φύση του να αφηγείται κανείς ιστορίες και γιατί οι ιστορίες αυτές βγαίνουν στον αέρα… Μιλώντας προσωπικά πάντως, όταν αφηγούμαι  μια ιστορία, έχω στο μυαλό μου εμένα ως την πρώτη αναγνώστρια, αν με διασκεδάζει καθόλου, αν μου κεντρίζει το ενδιαφέρον για το παρακάτω. Όσο τώρα για την αφιέρωση, στην περίπτωση αυτή, στο τωρινό μου βιβλίο έσπασα την παράδοση να το αφιερώσω σε κάποιον συγκεκριμένα… Νομίζω λοιπόν ότι το μυθιστόρημα μου αυτό είναι εξαιρετικά αφιερωμένο στον καθένα και καθεμία  αναγνώστρια που θα το διαβάσει…

  • «Μακάρι να ήταν ανώδυνος έρωτας», γράφετε κάπου στο βιβλίο σας. «Αυτή τη στιγμή όμως, τον αισθάνομαι σαν πληγή…». Αναρωτιέμαι ό έρωτας –όχι η αγάπη-είναι ποτέ δυνατόν να μην πονάει , βαθειά να πονάει;

Όχι, δεν νομίζω ότι ο έρωτας μπορεί να ανώδυνος. Δεν είναι  δυνατόν.

  • Ο έρωτας πανταχού παρών σε όλα τα έργα σας. Φαντάζομαι, γνωρίζοντάς σας – λίγο από κοντά και περισσότερο μέσα από τις ιστορίες σας-, ότι δεν θα τα φοβηθήκατε στη δική σας ζωή τα μεγάλα πάθη, τα ακραία ή κάνω λάθος;

Ξέρετε, ακράδαντα πιστεύω ότι η λογοτεχνία θα ήταν πραγματικά απίστευτα βαρετή χωρίς έντονα συναισθήματα και πάθη… Γι αυτό άλλωστε απεχθάνομαι το γράψιμο της Τζέιν Ώστιν, μίας από τις καλύτερες Βρετανίδες συγγραφείς… Είναι που όλοι της οι χαρακτήρες στερούνται αισθημάτων, παθών, αλλά και όταν αυτά εκδηλώνονται άμεσα, αμέσως στραγγαλίζονται, εξαφανίζονται…. Στον αντίποδα βέβαια υπάρχει ο Σαίξπηρ, οι χαρακτήρες του οποίου σφύζουν κυριολεκτικά από ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ που συχνά  βέβαια υποδουλώνουν τους ίδιους, τους χειραγωγούν, ενώ θεωρώ ότι το ίδιο συμβαίνει και με τα έργα των αδελφών Μπροντέ που επίσης πολύ αγαπώ.

  • «Τα Μετέωρα», διαβάζουμε κάπου αλλού στις σελίδες σας, «είναι ένα μοναχικό μέρος που με έκανε να σκεφτώ τη διαφορά ανάμεσα στη μοναξιά και τη μοναχικότητα». Εσείς στην ζωή σας επιδιώκετε ώρες και στιγμές τη μοναχικότητα ή είστε καθαρά ένα άτομο κοινωνικό;

Πραγματικά σας λέω υπάρχουν ώρες που απολαμβάνω τη μοναχικότητα, άλλωστε είναι και μέρος της δουλειάς του συγγραφέα αυτό. Χωρίς την απομόνωση δεν είναι  εφικτό να γράψει κανείς. Η γραφή είναι  μια μοναχική διαδικασία, που μάλιστα πολλές  φορές κρατάει για μακρόν. Αλλά βέβαια από την άλλη μεριά, όταν οι χαρακτήρες σου αρχίζουν να αποκτούν σάρκα και οστά, εκεί δεν αισθάνεσαι πια μόνος, έχεις τη παρέα σου στο πλάι σου. Αυτά τα καινούργια, καταδικά σου πρόσωπα, αρχίζουν και κατακτούν χώρο στο μυαλό αλλά κυρίως στην καρδιά σου…

Όμως η μοναξιά είναι άλλο εντελώς πράγμα. Αυτό το συναίσθημα διόλου μα διόλου
δεν το συμπαθώ.Το έχω ζήσει αλλά πιστέψτε με καθόλου δεν μου άρεσε, μάλλον
βαθιά με κατέθλιβε. Και θα σας πώ κάτι: εγώ είμαι άνθρωπος που λατρεύω να
είμαι μαζί με φίλους μου, με τη οικογένειά μου, σε μέρη φασαριόζικα,
σε πολύβοες παρέες όπου όλοι μιλούν δυνατά, εκφράζονται, ζουν…


  • Γράψατε τις πολύχρωμες αυτές καρτ ποστάλ σας, κάνοντας ένα μεγάλο ταξίδι στην Πελοπόννησο μαζί με τον φωτογράφο Αλέξανδρο Κακολύρη. Τι τραγούδια ακούγατε καθοδόν;

Το ωραίο αυτό ταξίδι δεν έγινε μόνο στην Πελοπόννησο αλλά και στην Στερεά Ελλάδα και κάποια υπέροχα νησιά οπότε αντιλαμβάνεστε ότι, ούσα ευτυχώς συνοδηγός, είχα στη διάθεση μου ώρες ατελείωτες για έμπνευση  και γράψιμο στον δρόμο… Και φυσικά έπαιζε πολύ και ραδιόφωνο. Είχα όμως και τα δικά μου  κομμάτια στο κινητό, τον Χαρούλη και τον Νταλάρα. Μαζί κάναμε το ταξίδι…

Πότε πρωτοαγαπήσατε τη χώρα μας;

Πρωτοήλθα στη χώρα σα το 1976 κι έκτοτε χωρίς σταματημό έρχομαι φανατικά κάθε χρόνο, χωρίς εξαιρέσεις. Ασφαλώς κι διαπιστώνω διαφορές κάθε φορά, για μένα όμως στην ουσία τίποτα δεν αλλάζει. Ο,τι αντιπάθησα είναι εδώ, αλλά ό,τι πολύ αγάπησα ολόιδιο παραμένει…

Για να γράψετε τις καρτ ποστάλ «η έρευνα έγινε μέσα από την δική σας ματιά δεν ανατρέξατε αλλού», είπατε σε μια συνέντευξη σας. Ήταν μια διαδικασία «καρδιάς» δηλαδή η όλη «περιπέτεια» στην Πελοπόννησο;

Για μένα δεν εννοείται έμπνευση αν δεν προϋπάρξει αληθινή έκρηξη αισθημάτων. Ξεκινάω λοιπόν μια ιστορία  αφού πρώτα εγώ καταφέρω και συγκινηθώ πραγματικά με αυτά που σκέπτομαι, κι  αφού έχω μπει για τα καλά στο τριπ, με τις τρίχες των χεριών μου σηκωμένες, όσο υπερβολικό κι αν ακούγεται αυτό. Το εγκεφαλικό κομμάτι ενυπάρχει μεν αλλά υπερτερεί το συναίσθημα, το βαθύ συναίσθημα.

Παρουσιάζετε τα βιβλία σας σε πόλεις εκτός Αθηνών.  Συγκρατήσατε κάποιο στιγμιότυπο που να σας συγκίνησε περισσότερο στην τρέχουσα περιοδεία σας

Υπάρχουν πολλές πολλές τέτοιες στιγμές, καθώς συνέχεια συναντώ πολλούς ανθρώπους, που μάλιστα είναι κι ανοικτοί μαζί μου, συχνά με πλησιάζουν διακριτικά την ώρα που υπογράφω τα βιβλία και μου εξομολογούνται δικές τους εμπειρίες που έχουν συνάφεια με γεγονότα που βρίσκουν στις ιστορίες μου. Καμιά  φορά μάλιστα μου λένε ότι βοηθούνται κιόλας. Όμως μια σκηνή που εύκολα δεν θα ξεχάσω συνέβη στη Καβάλα, μια πολύ νεαρή κοπέλα διέσχισε ένα ακροατήριο 200 περίπου ατόμων και μου έδωσε ένα χαρτάκι. Το διάβασα δυνατά και έγραφε:

“Η Ελλάδα είναι μια αγκαλιά γεμάτη ήλιο που περιμένει να σε ζεσταίνει και θα είναι πάντα ανοιχτή για εσένα…”

  • Κλείνοντας, σκέπτεστε καθόλου ως ωραία προοπτική να δείτε τις αληθινές / ψεύτικες καρτ ποστάλ σας, ολοζώντανες στην μικρή οθόνη;

Μα θα ήταν θαυμάσια προοπτική. Οι ιστορίες αυτές ως αυτοτελείς γυρισμένες στα μοναδικά ελληνικά τοπία, ειδωμένες όμως από την πλευρά του αφηγητή, του πρωταγωνιστή στην ουσία. Του ανθρώπου που μέσα από αυτά το ταξίδια κατόρθωσε να αναγεννηθεί. Το πρότζεκτ αυτό όμως είναι πολύ ακριβό και χρειάζεται ξένους παραγωγούς, Βρετανούς η Αμερικάνους.   Πρόταση δεν υπάρχει ως τώρα στο τραπέζι αλλά ποτέ δεν συνηθίζω να λέω ποτέ!

Οι «ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ» κυκλοφορούν από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ

Please follow and like us: